Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

pay suit to


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο suit παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: pay | to
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
suit n(clothing: jacket and trousers)κοστούμι ουσ ουδ
 He wore his new suit to the wedding.
 Φόρεσε το καινούριο του κοστούμι στο γάμο.
suit n(clothing: jacket and skirt)ταγέρ ουσ ουδ
 She wore her suit to the job interview.
 Φόρεσε το καινούριο της ταγέρ στη συνέντευξη.
suit n(cards: clubs, spades, etc.)χρώμα ουσ ουδ
  φυλή ουσ θηλ
 You need to match three cards of the same suit.
 Πρέπει να μαζέψεις τέσσερα φύλλα του ίδιου χρώματος.
 Πρέπει να μαζέψεις τέσσερα φύλλα της ίδιας φυλής.
suit n(lawsuit)αγωγή ουσ θηλ
  μήνυση ουσ θηλ
 The suit alleged that the company stole their intellectual property.
 Η αγωγή ισχυριζόταν ότι η εταιρεία έκλεψε την πνευματική τους περιουσία.
suit [sb/sth] vtr(harmonize or be compatible with)ταιριάζω ρ μ
 (καθομιλουμένη)πάω, πηγαίνω ρ μ
 Yes, that dress suits you well.
 Ναι, αυτό το φόρεμα σου πηγαίνει πολύ.
suit [sb] vtr(be OK with [sb])με εξυπηρετεί έκφρ
  εξυπηρετεί ρ άπρ
 (καθομιλουμένη)με βολεύει έκφρ
  βολεύει ρ άπρ
 What time would suit you? We can go out to eat Friday night. How does that suit you?
 Ποια ώρα σε εξυπηρετεί;
 Μπορούμε να πάμε για φαγητό την Παρασκευή το βράδυ. Σε βολεύει;
suit [sth/sb] vtr(adapt)προσαρμόζω ρ μ
 We can suit the training to fit your needs.
 Μπορούμε να προσαρμόσουμε την εκπαίδευση στις ανάγκες σου.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
suit npejorative, informal (businessman, manager) (καθομιλουμένη)αυτός με το κουστούμι, ο τύπος με το κουστούμι περίφρ
 (αργκό)κουστουμάτος ουσ αρσ
 The suits say that we need to change the process? What do they know?
suit nUS (swimsuit)μαγιό ουσ ουδ άκλ
 I bought a new suit to wear to the beach; it is a lot smaller than the last one.
 Αγόρασα ένα καινούριο μαγιό για την παραλία. Είναι πολύ μικρότερο από το προηγούμενο.
suit n(petition, appeal) (ζητάω κάτι)αίτηση ουσ θηλ
  αίτημα ουσ ουδ
 (παρακαλώ για κάτι)παράκληση ουσ θηλ
 Do you think she will hear my suit sympathetically?
suit n(courtship)φλερτ ουσ ουδ άκλ
  φλερτάρισμα ουσ ουδ
 (μεταφορικά: επίμονο φλερτ)πολιορκία ουσ θηλ
 (παλαιό)κόρτε ουσ ουδ άκλ
 He pleaded his suit, but she still would not agree to marry him.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
suit up vi phrasal(put on uniform)βάζω τη στολή μου περίφρ
 The forensics team suited up before entering the crime scene.
 Τα μέλη της εγκληματολογικής ομάδας έβαλαν τις στολές τους πριν εισέλθουν στον τόπο του εγκλήματος.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bathing suit ndated (swimsuit)μαγιό ουσ ουδ
Σχόλιο: ξενικό, άκλιτο
 I was so embarrassed to see my teacher when I was only wearing my bathing suit.
 Ντράπηκα πολύ που είδα τον δάσκαλό μου, ενώ φορούσα μόνο το μαγιό μου.
your birthday suit nslang, figurative (nakedness) (καθομιλουμένη: κάνω κάτι)όπως με γέννησε η μάνα μου φρ ως επίρ
 (λόγιος)αδαμιαία περιβολή φρ ως ουσ θηλ
 "What do you wear in bed?" "My birthday suit."
 «Τι φοράς όταν κοιμάσαι;» «Κοιμάμαι όπως με γέννησε η μάνα μου».
boiler suit nmainly UK (clothing: overalls)φόρμα εργασίας φρ ως ουσ θηλ
business suit n(businessperson's formal outfit)κοστούμι ουσ ουδ
 Liam was wearing a smart business suit for his job interview.
chemical suit n(protective outfit)προστατευτική στολή για χημικά, προστατευτική στολή για χημικές ουσίες περίφρ
class action,
class action suit
n
(lawsuit brought by a group)συλλογική, ομαδική αγωγή ουσ θηλ
 A lot of us are involved in a class action suit against the company for discrimination against women.
cowboy suit n(US cattle herder's outfit) (για μεταμφίεση)κοστούμι καουμπόι περίφρ
  στολή καουμπόι περίφρ
 (κυριολεκτικά: για εργασία)ρούχα καουμπόι περίφρ
 She bought her son a cowboy suit for his birthday.
diving suit (diving equipment)στολή καταδύσεων φρ ως ουσ θηλ
dress suit n(man's formal outfit for evening)κοστούμι ουσ ουδ
 My husband looks very elegant in his dress suit.
dry suit (diving)στολή κατάδυσης φρ ως ουσ θηλ
  στεγανή στολή επίθ + ουσ θηλ
empty suit nUS, figurative, pejorative, informal (powerful, ineffectual person)ανδρείκελο ουσ ουδ
exoskeleton,
exoskeleton suit
n
(military device)μη διαθέσιμη μετάφραση
follow suit vifigurative (do the same, copy: [sb] else)αντιγράφω ρ μ
  ακολουθώ ρ μ
  κάνω το ίδιο έκφρ
 He was such a copycat; if his brother did something he would always follow suit.
 After the first bank started giving away toasters, the rest of the banks followed suit.
 Ήταν μεγάλος μιμητής· αν ο αδερφός του έκανε κάτι, τον αντέγραφε πάντα.
 Από τη στιγμή που η πρώτη τράπεζα άρχισε να κάνει δώρο τοστιέρες, ακολούθησαν και οι υπόλοιπες.
full suit n(playing cards: 13 of one symbol) (χαρτιά)πλήρης σειρά επίθ + ουσ θηλ
  ολόκληρη τράπουλα επίθ + ουσ θηλ
in your birthday suit,
wearing your birthday suit
adj
slang, figurative (naked)γυμνός επίθ
 (μεταφορικά)όπως με γέννησε η μάνα μου έκφρ
 (καθομιλουμένη)τσίτσιδος επίθ
 He didn't knock, so he just walked in and found me in my birthday suit.
jogging suit n(clothing)φόρμα ουσ θηλ
 (κατά λέξη)φόρμα για τρέξιμο, φόρμα για τζόκιν φρ ως ουσ θηλ
lounge suit UK (clothing)κουστούμι ουσ ουδ
pant suit (US),
pantsuit (US),
trouser suit (UK)
n
US (women's shirt and trousers) (γυναικείο)κοστούμι ουσ ουδ
 Sheryl bought herself a new pantsuit that really looks good on her.
romper suit n(child's garment)φορμάκι ουσ ουδ
sailor suit n(naval uniform)στολή ιστιοπλοΐας ουσ θηλ
sailor suit n(child's navy-style outfit)παιδική στολή ιστιοπλοΐας ουσ θηλ
 Nineteenth century children were often dressed in sailor suits.
shell suit n(waterproof tracksuit)γυαλιστερή φόρμα επίθ + ουσ θηλ
ski suit (clothing for skiing)ρούχα για σκι φρ ως ουσ ουδ πλ
  στολή για σκι, φόρμα του σκι φρ ως ουσ θηλ
sleepsuit,
sleep suit
n
(child's one-piece nightwear)φορμάκι ουσ ουδ
snow suit,
snowsuit
n
(padded outfit worn in cold weather)φόρμα για τα χιόνια περίφρ
space suit n(outfit worn by astronaut)στολή αστροναύτη έκφρ
 I can't go out in this coat: it's like walking around in a space suit.
strong suit nfigurative ([sb]'s talent, strong point) (μεταφορικά)το δυνατό σημείο φρ ως ουσ ουδ
strong suit n(card game suit)καλό χρώμα επίθ + ουσ ουδ
suit [sb] down to the ground v exprinformal (be ideal)ταιριάζω γάντι σε κπ έκφρ
  έρχομαι κουτί σε κπ έκφρ
suit jacket n(men's formal jacket)σακάκι ουσ ουδ
 Normal business attire for bankers includes suit jacket and tie.
suit of armor (US),
suit of armour (UK)
n
historical (protective battle gear)πανοπλία ουσ θηλ
suit yourself vtr + refl(do what you want)κάνω ό,τι νομίζω/θέλω έκφρ
 If Ben doesn't want to come to the party, he can suit himself; I'll go without him.
suit yourself! interj(do what you want)κάνε ό,τι θες έκφρ
 (καθομιλουμένη)ξάσου έκφρ
 I think that’s a stupid idea, but suit yourself; do it, if you want to.
survival suit n(waterproof outfit for divers)στολή εμβαπτίσεως φρ ως ουσ θηλ
sweatsuit,
sweat suit
n
(outfit worn for sport) (παντελόνι και ζακέτα)φόρμα ουσ θηλ
three-piece suit n(men's formal outfit)κοστούμι ουσ ουδ
 My brother looks surprisingly good in a three-piece-suit.
tracksuit,
track suit
n
(athlete's trouser suit)αθλητική φόρμα επίθ + ουσ θηλ
  φόρμα ουσ θηλ
 The members of the gymnastics team wore matching tracksuits and hair ribbons.
 Τα μέλη της ομάδας ενόργανης γυμναστικής φορούσαν ασορτί αθλητικές φόρμες και κορδέλες στα μαλλιά.
trouser suit (clothing)κουστούμι ουσ ουδ
wear your birthday suit v exprslang, figurative (be naked)είμαι όπως με γέννησε η μάνα μου έκφρ
  είμαι τσίτσιδος, είμαι τσιτσίδι ρ έκφρ
wetsuit,
wet suit
n
(diver's rubber outfit) (για καταδύσεις)καταδυτική στολή επίθ + ουσ θηλ
  στολή κατάδυσης φρ ως ουσ θηλ
 (για άλλο άθλημα, χρήση)αδιάβροχη στολή επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Όσον αφορά τις καταδύσεις, ο όρος είναι σαφής, για τις άλλες χρήσεις όμως ενδέχεται να απαιτείται επεξήγηση ή ενδεχομένως να χρησιμοποιούνται όροι όπως στολή για σέρφινγκ κλπ.
 The police put on wetsuits to search for the victim in the icy river.
 Οι αστυνομικοί φόρεσαν τις καταδυτικές στολές τους για να αναζητήσουν το θύμα μέσα στο παγωμένο ποτάμι.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pay suit to στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «pay suit to».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!